Λαθρέμποροι ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΜΕΝΟ

ιστορίες κλεμμένες από άλλους
Έκπτωση
63%
Τιμή Εκδότη: 16.10
5.90
Τιμή Πρωτοπορίας
+
368057
Συγγραφέας: Ανδρεάδης, Γιάγκος
Εκδόσεις: Τόπος
Σελίδες:284
Ημερομηνία Έκδοσης:01/04/2008

Λαθρέμποροι, φυλακισμένοι, τζογαδόροι, χαφιέδες, πατροκτόνοι, παιδιά συζυγοκτόνων, φονικές μάνες, ηττημένοι αντάρτες. Κι ακόμα: ένας Ιάπωνας συγγραφέας που αυτοκτονεί με τον στυλογράφο του, μια απελπισμένη Ρωσίδα που διασχίζει τα σύνορα της χώρας σ’ ένα βαγόνι της Μαφίας γεμάτο όπλα.



Τι συνδέει όλον αυτόν τον ετερόκλητο κόσμο των Λαθρεμπόρων; Απάντηση: η διαφθορά ως τρόπος ζωής. Η διαφθορά ως φυσική προέκταση του Κακού. Η διαφθορά ως κινητήρια δύναμη της Ιστορίας εφόσον, στην πραγματικότητα, οι ήρωες του Ανδρεάδη δεν είναι περιθωριακοί τύποι. Απλώς βιώνουν μια περιθωριοποιημένη, από την επίσημη θεώρηση της Ιστορίας, σκοτεινή περίοδο της Ελλάδας. Οι πρωταγωνιστές του Ανδρεάδη συγκροτούν τη μαύρη Ιστορία ενός διεφθαρμένου κράτους και των τυραννισμένων συνειδήσεων των πολιτών του, τη μικροϊστορία ενός κόσμου όπου τα όρια ανάμεσα στην εντιμότητα και την ατιμία, τη συνείδηση και την ασυνειδησία, τον ηρωισμό και την προδοσία, την ευθύνη και τη διαφθορά είναι ρευστά, σχεδόν ανύπαρκτα.

Λογικά, αν βρίσκεσαι απ’ τη μεριά των κυνηγημένων δεν σκέφτεσαι σαν κυνηγός κι αν είσαι διεφθαρμένος ως το μεδούλι δεν μπορεί να κάνεις κήρυγμα ηθικής. Κι όμως, αυτό ακριβώς είναι που καθιστά συναρπαστικό το βιβλίο του Ανδρεάδη: η ευκολία με την οποία κάποιοι χαρακτήρες μπορούν να περάσουν από τη μια κατάσταση πραγμάτων στην άλλη, στην κυριολεξία σαν να μη συμβαίνει τίποτε ή, πιο σωστά, σαν να μην εξαρτάται από τους ίδιους αυτή η ηθική παλινδρόμηση· σαν αυτό το ιδιότυπο λαθρεμπόριο συνειδήσεων να ορίζεται από κάποιο φυσικό νόμο πέρα και πάνω από τους ίδιους που, ωστόσο, ο αναγνώστης καλείται ξανά και ξανά να κρίνει την εγκυρότητά του...

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου









ΚΡΙΤΙΚΗ



Ενας κόσμος παθολογικής νοσηρότητας, όπου το κακό έχει πάρει διαστάσεις ασύλληπτες, που δεν αφήνουν στους κατοίκους του κανένα περιθώριο αντίστασης στα φαύλα ένστικτά τους, εξεικονίζεται στα είκοσι τρία πεζά τού ανά χείρας τόμου. Οι εξιστορήσεις μοιάζουν με ανταποκρίσεις από έναν εφιάλτη αδιευκρίνιστου χωροχρόνου, που μπορεί να συντελείται ταυτοχρόνως στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον. Η ενόρμηση της αυτοσυντήρησης, κινητήριος μοχλός κάθε ανομίας στα κατοχικά, εμφυλιακά και εν μέρει στα δικτατορικά χρόνια, προεξάρχει μεταλλαγμένη σε μηδενισμό και χυδαιότητα στη σημερινή εποχή. Ο Γιάγκος Ανδρεάδης γίνεται, για τις ανάγκες της μυθοπλασίας, λαθροθήρας άλλοτε σπαρακτικών και άλλοτε αποτροπιαστικών ιστοριών. Τα θύματα της λαθροχειρίας του, οικτρά ηττημένα από προσωπικές επιλογές και ιστορικές συγκυρίες, επιμένουν να αποζητούν μια ετεροχρονισμένη έστω δικαίωση, η οποία κατά βάθος δεν τους αναλογεί. Οι μονόλογοί τους διαπερνώνται από εξομολογητική ένταση, δίνοντας την αίσθηση του επείγοντος, ενώ συχνά έχουν απολογητική χροιά σαν να αρθρώνονται ενώπιον ενός αφανούς ανακριτή από τη διάγνωση του οποίου κρίνεται η αθωότητά τους. Ο λόγος τους κουβεντιαστός, θαρρείς και έχει αποσπαστεί από το μέσον μιας συνομιλίας, διαθέτει την τραχύτητα και την αμεσότητα της προφορικής έκφρασης· επίφαση προχειρότητας που αντίκειται πρόδηλα στην υψηλοφροσύνη των εκμυστηρεύσεων. Ο Ανδρεάδης μπορεί να δίνει φωνή σε παρίες, πλαισιωμένους από διαφορετικές κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, δεν τους επιτρέπει ωστόσο να λοξοδρομήσουν από διδακτικές μεγαληγορίες, είτε συμβατές είτε ασύμβατες με το μέτρο της ηθικής τους, που αντηχούν παράφωνες ακόμα και στα ηχοχρώματα των πιο συμπαθών εξ αυτών.



Λίγοι και συμπαθείς



Μέλη της συμπαθητικής μειονότητας του βιβλίου ο Ελληνας μετανάστης στη Γερμανία, που εξίσου σπασμένος με τις χορδές του μπουζουκιού του αναζητεί λύτρωση στην ψυχωφελή επενέργεια των λαϊκών τραγουδιών· ο Μπάμπης, που ανέθεσε την περίθαλψη των τραυμάτων του, απότοκων από τη σταδιοδρομία του στον εφεδρικό ΕΛΑΣ, στη Χίλντα με τα παραμυθητικά σπασμένα ελληνικά της· ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ, που την παραμονή της εκτέλεσής του αναλύει σε φρουρό από παρεξήγηση εθνικόφρονα, καταταγμένο στην ΕΣΑ λόγω ύψους, τη φρίκη μιας υποθετικής κομμουνιστικής Ελλάδας, γαληνεμένος από τη συντριβή του αγώνα των συντρόφων· ο ίδιος εκείνος φρουρός με το «δεξιό» ανάστημα, που ανακαλύπτει καταρρακωμένος την κτηνώδη πτυχή της ανθρώπινης φύσης όταν διεγείρεται σεξουαλικά από τις κραυγές των βασανιζόμενων αιχμαλώτων· ο υπολοχαγός του μάχιμου ΕΛΑΣ, που βρίσκεται στις φυλακές του Τίτο να αναλογίζεται ντροπιασμένος τη σιωπή του μπροστά στο απόσπασμα ρεβιζιονιστών, σιωπή ανήμπορη να μετουσιωθεί σε λόγο καταδικαστικό για τους προδότες του κόμματος· ο τζογαδόρος που είχε αναγάγει το πάθος του για τον ιππόδρομο σε «πνευματικό πείραμα», αμφίθυμος μεταξύ του ρίγους της «χασούρας» και της έκστασης της κερδοφορίας· ο ευσυνείδητος αστυνόμος ενός νησιού, η ανθρωπιστική δράση του οποίου επιβραβεύτηκε με δυσμενή μετάθεση· η λαθρομετανάστρια του καταληκτικού κειμένου, που εγκαταλείπει με τρένο της ρωσικής μαφίας την Ουκρανία της περεστρόικα για να συνθλιβεί στη Θεσσαλονίκη από τα σεξιστικά στερεότυπα σχετικά με την επαγγελματική κλίση των καλλονών του πρώην Ανατολικού μπλοκ. Ολοι αυτοί οι λαθρόβιοι εμφανίζονται άοπλοι απέναντι σε ό,τι υποχρεώνονται να αντιμετωπίσουν, είναι συνεπώς εξαρχής καθυποταγμένοι, η αντίστασή τους ματαιοπονία. Οι πιο ονειροπόλοι ή ίσως οι πιο εφευρετικοί ανάμεσά τους βρίσκουν καταφύγιο σε έναν «μη κόσμο», έναν «κόσμο - φάντασμα» που, όπως χαρτογραφείται στο «Χαρακίρι», το εκτενέστερο πεζό του τόμου, είναι «ο τόπος της ντροπής», η ουτοπία των ηττημένων.



Στομφώδεις κοινοτοπίες



Παρά τις προαναφερθείσες χαμηλόφωνες παρουσίες, τα πεζά στην πλειονότητά τους αφήνουν την ενοχλητική εντύπωση της συγκάλυψης τετριμμένων ανησυχιών με το επίχρισμα της μεγαλοσχημοσύνης. Ναυαγισμένοι έρωτες, παροπλισμένα ιστορικά οράματα, εγκλήματα ατιμώρητα, αξιοθρήνητοι παράνομοι, θλιβεροί ονειροπόλοι, οιηματίες μαφιόζοι, όλοι και όλα στις σελίδες περιβάλλονται από φλύαρες μεγαλοστομίες, στομφώδεις θρηνωδίες και μεγαλόπνοες ρητορείες. Ιδιαίτερα διακριτή η μεγαλορρημοσύνη του συγγραφικού ύφους του Ανδρεάδη στα φιλοσοφικά φαντασιοκοπήματα του ιδεαλιστή συγγραφέα Τοσίρο Χόρι, που αδημονούσε να μετατρέψει την επιστροφή στον χρόνο σε «υλική πραγματικότητα», πρεσβεύοντας πως η παράδοση ισοδυναμεί με «το άκρον άωτον του μοντερνισμού» και πως η προάσπιση του δικαίου επιτάσσει την αρωγή της προγονικής σπάθης των σαμουράι· ιδιότυποι σαφώς οραματισμοί, που εκτίθενται διεξοδικά σε μακροσκελή επιστολή στο «Χαρακίρι».

Το ιδιωτικό εκβάλλει πιεστικά στο συλλογικό, επενδυμένο με μια παράταιρη σπουδαιότητα, με συνέπεια προσωπικές φαντασιώσεις και απαντοχές να μοιάζουν φαιδρές, έτσι μεταμφιεσμένες καθώς είναι σε επιτακτικά κοινωνικά αιτήματα. Η φαιδρότητά τους έχει οπωσδήποτε πολύ μικρή σχέση με τη σαρκαστική πρόθεση του γράφοντος στο μέτρο που οι καυστικές νύξεις υποσκελίζονται από την κωμικότητα των συλλήψεων. Παλιοί σύντροφοι πάντα σε ετοιμότητα, «με το όπλο παρά πόδα», αλύγιστοι παρά τις παντοειδείς διαψεύσεις της Ιστορίας, φαντασιώνονται τον καιρό της μεταπολίτευσης μια «ένοπλη σοσιαλιστική αντίσταση» για την αποκατάσταση της ιστορικής τάξης, ενόσω την ίδια στιγμή κάπου αλλού διαπρεπείς ευεργέτες των συμπολιτών τους σε δύστηνες εποχές οραματίζονται μια Ελλάδα αρκούντως ανοιχτόμυαλη, που να ανεγείρει ευγνώμων μνημεία στον «άγνωστο χαφιέ», τιμώντας την «παλιά μεγάλη γενιά των Ελλήνων χαφιέδων». Μάλιστα, η ευρυθμία ενός τόσο ευγνώμονος στον χαφιεδισμό κόσμου θα διασφαλιζόταν χάρη σε θαυματουργά ηλεκτρονικά συστήματα παρακολούθησης με τις καθησυχαστικές ονομασίες «Παντοβόρος», «Κρεοβόρος», «Παμφάγος», «Πολυκανίβαλος». Αλλού, υψηλόβαθμοι των ελληνικών μυστικών υπηρεσιών παραληρούν για τη σπουδαιότητα του έργου τους υπό την επήρεια του κυνισμού, ενώ λίγες σελίδες παρακάτω λαθρέμπορος έμπλεος μεταμέλειας, σταθμεύοντας κατά τύχη στη Φλωρεντία, εμβαπτίζεται στην ομορφιά σε σημείο να στοχάζεται περίσκεπτος μπροστά στο άγαλμα του Δαβίδ: «Αλήθεια, πού να σημαδεύει, τώρα που ο Γολιάθ είναι τόσα χρόνια νεκρός; [...] Και όλη αυτή η κρυμμένη δύναμη στο χέρι που κρατάει την πέτρα μπορεί μήπως να κάνει τίποτε καλύτερο από το να σπείρει τον θάνατο;»

Από το άλλο μέρος, δεν λείπουν τα ευτράπελα που λαμβάνουν χώρα κεκλεισμένων των θυρών, μακριά από το ηφαιστειώδες πεδίο της πολιτικής. Ιδιόρρυθμος οικοδεσπότης, λόγου χάριν, απευθύνοντας πρόποση στους άτυχους συνδαιτυμόνες του αποδύεται σε ένα καταθλιπτικό λογύδριο περί αγάπης, διατυπωμένο στην υπηρεσιακή καθαρεύουσα αλλοτινών καιρών. Σε άλλον οίκο, μια αντιασφυξιογόνα μάσκα, κειμήλιο από τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, επιστρατευμένη εν είδει μορμολυκείου προς συνετισμό σεξουαλικά ανήσυχου ανηλίκου, καταντά από προγονικό κλέος οικογενειακό όνειδος, καθώς ο συνετισμός υπήρξε πέραν του δέοντος αποτελεσματικός, με κατάληξη τη σεξουαλική μεταστροφή του άτακτου αγοριού σε «τοιούτο». Αλλού πάλι, ο Χάρος γίνεται «ο τελευταίος γκόμενος» παρηκμασμένης πλην όμως ηδυπαθούς ντίβας του τραγουδιού.

Ο Ιάπωνας ομότεχνος του Ανδρεάδη ορίζοντας τη μείζονα στόχευση των έργων του διατεινόταν, εμφορούμενος προφανώς από μεσσιανικό πνεύμα, πως επιθυμούσε το εξής: «Να ξαναδώσω φωνή στα όντα που βουβάθηκαν, να ξαναζωντανέψω αυτά τα οποία είχαν κιόλας αμετάκλητα και αθεράπευτα τραυματιστεί, να μετατρέψω τους ανάπηρους σε χορευτές».

Επιστρέφοντας στο ανά χείρας βιβλίο αναρωτιόμαστε πώς γίνεται να χορέψουν οι ανάπηροι όταν η ίασή τους επαφίεται σε επιχρυσωμένες κοινοτοπίες;



ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 01/08/2008
Συγγραφέας:
Ανδρεάδης, Γιάγκος
Εκδότης:
Τόπος
Σελίδες:
284
ISBN:
2229606760424
Ημερομηνία Έκδοσης:
01/04/2008

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 30€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 24 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 24 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!