Μικρά Ασία 19ος αιώνας 1919 οι ελληνορθόδοξες κοινότητες (άδετο)

Από το Μιλλέτ των Ρωμιών στο ελληνικό έθνος
45131
Σελίδες:730
Ημερομηνία Έκδοσης:01/11/1997
ISBN:9789603444206


Εξαντλημένο από τον Εκδοτικό Οίκο

Περιγραφή


Σ αυτό το βιβλίο οι ελληνορθόδοξες κοινότητες της Μικρά Ασίας μελετώνται, κατά την περίοδο ανάμεσα στο 19ο αιώνα και το 1919, στην προοπτική δηλαδή της μετάβασης από την πολύ-εθνοθρησκευτική πραγματικότητα στις εθνικές πραγματικότητες, μετάβαση που σημαδεύεται από έναν πόλεμο.






ΚΡΙΤΙΚΗ




Ακόμη και σήμερα που οι εικονικές αερομαχίες έχουν μπει για τα καλά στη ζωή μας, ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε για την ιστορία των Τούρκων, πέραν του ότι υπήρξαν και εξακολουθούν να είναι βάρβαροι, θρασείς και πάντοτε εν αδίκω. Εξίσου λίγα πράγματα γνωρίζουμε και για την ελληνική ιστορία κατά τη διάρκεια της λεγόμενης Τουρκοκρατίας: εκείνο που μένει, επί παραδείγματι, στον απόφοιτο του λυκείου μετά από αρκετές ώρες διδασκαλίας της νεότερης ιστορίας μας είναι η εντύπωση ή μάλλον η πίστη ότι για την κακοδαιμονία της σημερινής Ελλάδας έφταιγαν τα τετρακόσια χρόνια της τουρκικής κατάκτησης.


Αν τώρα θελήσει κάποιος να διαβάσει κάτι περισσότερο από τα σχολικά εγχειρίδια για την Τουρκία και την ιστορία της ή ακόμη και για την ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τότε σύντομα θα απογοητευθεί. Ο αριθμός των βιβλίων τουρκικής ιστορίας αλλά και της ιστορίας του οθωμανικού κράτους που κυκλοφορούν στα ελληνικά είναι εξαιρετικά μικρός, μεταξύ δε αυτών οι εργασίες εκείνες που θα μπορούσαν να θεωρηθούν αξιόλογες, υπό την έννοια ότι πληρούν τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις της ακαδημαϊκής δεοντολογίας και μιας στοιχειώδους νηφαλιότητας, περιορίζουν ακόμη περισσότερο τον κύκλο των επιλογών.


Το βιβλίο της κυρίας Σίας Αναγνωστοπούλου έρχεται να πλουτίσει αυτή την απελπιστικά φτωχή βιβλιογραφία. Ταυτοχρόνως δε η έκδοση υπογραμμίζει ότι υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις για μια ερευνητική παραγωγή, ακόμη και στον χώρο των λεπτών και ευαίσθητων εθνικών ιστορικών μας θεμάτων, η οποία θα διευκολύνει την κατανόηση της θέσης και της δράσης των ελληνικών πληθυσμών στα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας χωρίς φανατισμούς και προκαταλήψεις. Και αν κάνω λόγο εδώ για ευαίσθητα και λεπτά εθνικά ιστορικά θέματα, αυτό συμβαίνει γιατί οτιδήποτε συνδέεται με τα «ελληνικά δίκαια» στις «χαμένες πατρίδες» εντάσσεται αυτομάτως στα θέματα ταμπού, για τα οποία οποιαδήποτε αντίθετη γνώμη από την κατεστημένη δεν εισακούεται εύκολα.


Η κυρία Αναγνωστοπούλου, βεβαίως, δεν αγγίζει άμεσα τέτοια λεπτά ζητήματα, που στην περίπτωσή της θα ήταν η Μικρασιατική Καταστροφή· φροντίζει μάλιστα να οριοθετήσει την περίοδο που τερματίζει την έρευνά της τη χρονιά που ο ελληνικός στρατός αποβιβάζεται στη Σμύρνη, το 1919. Και όμως το βιβλίο της είναι στην πραγματικότητα ένα δοκίμιο πάνω στις διαδικασίες που θα καταστήσουν αδύνατη την παρουσία των ελληνικών πληθυσμών στη Μικρά Ασία, διαδικασίες που ξεκινούν στις αρχές του 19ου αιώνα και βρίσκουν ένα τυπικό όσο και βίαιο τέλος με την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών Ελλάδας και Τουρκίας.


Ο υπότιτλος του βιβλίου, Από το μιλέτ των Ρωμιών στο ελληνικό έθνος, προσδιορίζει ακριβέστερα την ερευνητική προβληματική της εργασίας. Με ερέθισμα ή, πιο σωστά, αντλώντας το εμπειρικό υλικό της από την ιστορία των ελληνορθόδοξων κοινοτήτων της Μικράς Ασίας, η κυρία Αναγνωστοπούλου αναζητεί τις διαδικασίες που οδήγησαν από ένα αυτοκρατορικό πολιτικό μόρφωμα που επιζητεί την ενσωμάτωση διαφορετικών, εθνοτικά και θρησκευτικά, πληθυσμών σε ένα άλλο που για λόγους βολής μπορούμε να ονομάσουμε εθνικό κράτος, στο οποίο η διαφορετικότητα εξαλείφεται συχνά με βίαιους τρόπους. Οι διαδικασίες αυτές δείχνουν να διαρκούν όχι μόνο όλο τον 19ο αιώνα αλλά είναι φανερές και στις ημέρες μας, η δε υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας δεν αποτέλεσε παρά ένα επεισόδιο αυτού του επώδυνου για τους ίδιους τους πληθυσμούς μετασχηματισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε τουρκικό κράτος.


Συνεπώς το βιβλίο της κυρίας Αναγνωστοπούλου έχει δύο διαστάσεις: πρόκειται αρχικά για μια προσπάθεια μελέτης του προβλήματος «εκσυγχρονισμός» ­όρος που, κατά τη γνώμη μου, είναι εντελώς αδόκιμος για τη συγκεκριμένη περίπτωση­ στους πολιτικούς θεσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η ιστορία, στις γενικές τουλάχιστον γραμμές της, είναι γνωστή: προσπαθώντας να διατηρήσουν τις εσωτερικές ισορροπίες αλλά και να ανταποκριθουν στις πιέσεις που δέχονταν από τον διεθνή περίγυρο, οι οθωμανικές κυβερνήσεις προχώρησαν στη διάρκεια του 19ου αιώνα σε μια σειρά ριζικές αλλαγές στους οικονομικούς, διοικητικούς και στρατιωτικούς θεσμούς, ευελπιστώντας ότι θα έδιναν έτσι στη γερασμένη αυτοκρατορία το σφρίγος που της έλειπε.


Στην ουσία έχουμε να κάνουμε με μια απόπειρα «εκσυγχρονισμού» εκ των άνω, που από την ίδια τη φύση του διαγράφει και τα όρια της επιτυχίας ή, πιο σωστά, της αποτυχίας του: η αξιοποίηση, επί παραδείγματι, θρησκευτικών θεσμών, όπως είναι το μιλέτ, προκειμένου να ισχυροποιηθεί ο έλεγχος της κεντρικής εξουσίας επί των πληθυσμών, σε μια εποχή μάλιστα που το μείζον πολιτικό πρόβλημα που θα πρέπει να αντιμετωπισθεί είναι οι ανερχόμενοι βαλκανικοί εθνικισμοί, δεν μπορούσε παρά να οδηγήσει σε διαφορετικούς δρόμους από εκείνους τους οποίους προσδοκούσαν να πάρει οι εμπνευστές των μεταρρυθμίσεων. Φυσιολογικό επακόλουθο, εντέλει, υπήρξε η αποτυχία επίλυσης των προβλημάτων, παρά την ευφορία που προκάλεσε η πρόσκαιρη ισχυροποίηση της αυτοκρατορικής εξουσίας.


Στην ανάλυσή της η κυρία Αναγνωστοπούλου αποδεικνύεται πολύ καλός γνώστης της σχετικής βιβλιογραφίας, ελληνικής αλλά κυρίως τουρκικής και διεθνούς. Και, επιπλέον, έχει το θάρρος, συνέπεια της καλής ενημέρωσής της, να απεμπλακεί από τα ιστορικά στερεότυπα που κατατρύχουν την ελληνική και την τουρκική ιστοριογραφία, αν και για διαφορετικούς για την καθεμιά λόγους. Εννοώ δε εδώ κυρίως την αντίληψη ­ εμμονή θα ήταν μια πιο σωστή λέξη ­ περί των προνομίων που εκχωρούνται στους θρησκευτικούς ηγέτες από τον Μωάμεθ τον Πορθητή αμέσως μετά την άλωση. Ιστορικοί, όπως οι Δ. Αποστολόπουλος, Β. Braude και Π. Κονόρτας, έχουν από καιρό δείξει ότι το σύστημα των μιλέτ δεν γεννήθηκε με την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης και ότι θεσμοθετήθηκε μόνο στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ κατά τον 19ο αιώνα. Κατ αυτόν τον τρόπο η λογική του μιλέτ εντάσσεται στις νεωτεριστικές προσπάθειες της αυτοκρατορίας για έναν συγκεντρωτικό έλεγχο του πληθυσμού από το κέντρο μέσω των θρησκευτικών ηγετών τους, με αποτέλεσμα ολόκληρο το σύστημα των μιλέτ να αποκτά πολύ διαφορετική χροιά από εκείνη που συνήθως του αποδίδουν οι επίσημες ιστοριογραφίες των δύο χωρών όταν κάνουν λόγο περί προνομίων. Γιατί πριν από οτιδήποτε άλλο με τη θεσμοθέτηση του συστήματος των μιλέτ στα χρόνια του Τανζιμάτ αναδεικνύεται κυρίως η αντιφατικότητα μεταξύ της νεωτεριστικής προσπάθειας των Οθωμανών και της παρωχημένης, κοινωνικά και πολιτικά, φύσης των καινοτομιών που εισάγουν. Εντέλει, η προσπάθεια υιοθέτησης του συστήματος του μιλέτ από τους Οθωμανούς κατά τον 19ο αιώνα οδηγεί στη δημιουργία ενός μηχανισμού ενίσχυσης των εθνοτικών και θρησκευτικών διαφορών, πετυχαίνοντας δηλαδή το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από εκείνο που επεδίωκαν οι Μεταρρυθμίσεις.


Η δεύτερη διάσταση της εργασίας της κυρίας Αναγνωστοπούλου βρίσκεται στη μελέτη των ελληνορθόδοξων κοινοτήτων της Μικράς Ασίας κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Όλες οι θεωρητικές αναζητήσεις στις οποίες αναφέρθηκα προηγουμένως εξειδικεύονται μέσα από ένα πλούσιο εμπειρικό υλικό που παρακολουθεί με προσοχή τη ζωή των πληθυσμών τους. Ειδικότερα η κυρία Αναγνωστοπούλου επιλέγει να μελετήσει, εξαναγκασμένη ως ένα βαθμό και από τον όγκο του υλικού της, δύο ομάδες κοινοτήτων της Μικράς Ασίας: τις «ανεπτυγμένες» κοινότητες των παραλίων, οι οποίες είναι δέκτες των επιδράσεων του εμπορίου και της Δύσης, και τις κοινότητες της Καππαδοκίας που, μακριά από τις έντονες εμπορικές δραστηριότητες της παράλιας περιοχής, διατηρούν έντονο το αγροτικό χρώμα και βασική την αναφορά στη γη.


Παρά όμως τις συχνά έντονες διαφοροποιήσεις μεταξύ των κοινοτήτων που ανήκουν σε διαφορετική ομάδα, η μελέτη της οργάνωσης του millet-y Rum και ειδικότερα του ρόλου των κοινοτήτων στο πλαίσιό του ως μηχανισμών διοικητικής αποκέντρωσης και συνάμα ελέγχου των πληθυσμών από την κεντρική εξουσία δείχνει τον θεμελιακό ρόλο που παίζουν για την ομοιογενοποίηση των αρχικά ετερογενών ορθόδοξων πληθυσμών του μιλέτ και για τη σταδιακή παράκαμψη του θρησκευτικού στοιχείου ως ειδοποιού διαφοράς μεταξύ των πληθυσμών διαφορετικών μιλέτ. Πρόκειται για μια καίρια αλλαγή για τον απλό λόγο ότι στηρίζει τη μετάβαση από μια ορθόδοξη σε μια εθνική κοινότητα. Τελικό αποτέλεσμα, η μετατροπή του μιλέτ σε εθνική ομάδα που εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε παρά να είναι ανταγωνιστική στην ύπαρξη της αυτοκρατορίας.


Οι τρόποι με τους οποίους πραγματοποιείται αυτός ο μετασχηματισμός αναλύονται πολύ πετυχημένα από την κυρία Αναγνωστοπούλου. Έτσι, ενώ οι κοινότητες φέρονται ως διοικούμενες από τους θρησκευτικούς αρχηγούς τους και τους παραδοσιακούς ηγέτες που αντλούσαν την εξουσία τους από τις σχέσεις που διατηρούσαν με τις οθωμανικές αρχές, στην πραγματικότητα η εξουσία μετακυλίεται προοδευτικά στα χέρια αστικών στρωμάτων που εμφανίζονται κατά τον 19ο αιώνα και τα οποία βλέπουν τη θέση τους, οικονομική και πολιτική, να ενισχύεται, προϊούσης της εκατονταετηρίδας.


Αυτή η «μέση αστική τάξη», όπως την αποκαλεί η κυρία Αναγνωστοπούλου, αποτελείται από έλληνες υπηκόους οι οποίοι, ακριβώς εξαιτίας της ελληνικής υπηκοότητάς τους, χαίρουν ενός ιδιαιτέρου νομικού καθεστώτος και συνεπώς απαλλάσσονται από τη φορολογία, τη στιγμή που απολαύουν όλων των δικαιωμάτων των οθωμανών υπηκόων. Πρόκειται για μια ερμαφρόδιτη κατάσταση που νομικά στηρίζεται στις διομολογήσεις και η οποία έχει ως αποτέλεσμα τη διάβρωση κάθε προσπάθειας των αυτοκρατορικών αρχών να ενσωματώσουν τους πληθυσμούς στους κρατικούς μηχανισμούς και, βεβαίως, να εφαρμόσουν μια πολιτική ισονομίας, όπως τουλάχιστον διατείνονταν ότι ήταν οι προθέσεις τους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι οθωμανοί Ελληνες είναι πολύ πιο ευνοημένοι από τους οθωμανούς Τούρκους.


Παραλλήλως οι απόπειρες του Πατριαρχείου να διατηρήσει την εξουσία του επί όλων αυτών των πληθυσμών που σταδιακά ελληνοποιούντο διευκολύνουν τη δράση αυτών των νέων κοινωνικών στρωμάτων, νομιμοποιούν την πολιτική τους δραστηριότητα και εντέλει αφαιρούν από αυτό το στοιχείο της οικουμενικότητας μετατρέποντάς το σε Εθναρχία των Ελλήνων. Την ίδια στιγμή και το ελληνικό κράτος, με όλες τις αδυναμίες του, προβάλλει ως ένας αποφασιστικός παράγοντας στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας και του ρόλου του μιλέτ, ένας πόλος που εκ των πραγμάτων συσπειρώνει και επηρεάζει. Μοιραία συνέπεια της αποτυχίας του συστήματος του μιλέτ να λειτουργήσει κατά ενοποιητικό για το οθωμανικό κράτος τρόπο ήταν η όξυνση των πολιτικών αντιπαραθέσεων και η τάση από ένα σημείο και πέρα για ανάδειξη των εθνικών αντιθέσεων ως πρωταρχικών πολιτικών προβλημάτων. Στις συνθήκες αυτές η απομάκρυνση του μιλέτ από την τροχιά στην οποία είχαν προσπαθήσει να το θέσουν οι μεταρρυθμιστικές πολιτικές των Οθωμανών είναι πλήρης, γεγονός που θα οδηγήσει και στην τυπική κατάργησή του.


Η στροφή των Νεοτούρκων, στις απαρχές του αιώνα μας, στον εκτουρκισμό του πολιτικού συστήματος, που νομίζω ότι εύγλωττα συνοψίζεται στο σύνθημα «Η Τουρκία ανήκει στους Τούρκους», σηματοδοτεί τη συνειδητοποίηση της αδυναμίας συνύπαρξης ετερογενών πληθυσμών στο πλαίσιο μιας κρατικής οντότητας όπως ήταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία και βεβαίως προσπαθεί να δώσει λύσεις στα αδιέξοδα όπου έχει οδηγήσει η ως τότε πολιτική ενσωμάτωσης ετερογενών μεταξύ τους πληθυσμών. Εξάλλου, ας μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε λίγο πριν από τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, ο οποίος υπήρξε το ακραίο όριο επιβίωσης για το σύνολο των ευρωπαϊκών πολυεθνικών αυτοκρατοριών.


Το βιβλίο της κυρίας Αναγνωστοπούλου ανήκει στα σπάνια δείγματα ιστορικής γραφής που, χωρίς να κάνουν υποχωρήσεις στους ερευνητικούς και συγγραφικούς κανόνες, είναι προσιτά στο ευρύ κοινό. Εξαίρεση ίσως να αποτελεί ο μάλλον στρυφνός πρόλογος, διαπίστωση που όμως δεν αλλάζει σε τίποτε τις εντυπώσεις για το σύνολο του βιβλίου. Εξάλλου και εκδοτικά το βιβλίο είναι πολύ επιμελημένο και προσεγμένο, πράγμα σπάνιο για βιβλία της νεότερης ιστορίας μας, όταν δεν είναι λευκώματα που σκοπός τους είναι να διακοσμούν τα καθιστικά των διαμερισμάτων. Η μόνη ένσταση που θα είχα να προβάλω για το βιβλίο είναι η απουσία της δευτερογενούς βιβλιογραφίας. Οι λίγες σελίδες που θα έπρεπε να προστεθούν σε ένα έτσι κι αλλιώς ογκώδες βιβλίο μάλλον θα διευκόλυναν τους αναγνώστες παρά θα τους επιβάρυναν. Πάντως και αυτή η παρατήρηση δεν μειώνει σε τίποτε το επίτευγμα της συγγραφέως.

Κώστας Κωστής, «ΤΟ ΒΗΜΑ», 01-02-1998

Κριτικές

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 30€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 24 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 24 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!