«Η λέξη γλυκόπικρη ταιριάζει απόλυτα στη σχέση που έχω με την πατρίδα μου. Στην Τουρκία υπάρχουν πολλά που εξακολουθούν να είναι πολύ δικά μου -τα ποιήματα του Ορχάν Βελί, τα μυθιστορήματα της Χαλιντέ Εντίπ και του Ορχάν Παμούκ, ο πειρασμός των φαγητών, τα νοσταλγικά τραγούδια της Κωνσταντινούπολης και το λαμπύρισμα του Βοσπόρου. Είναι όμως πολύ περισσότερα αυτά που με πικραίνουν και με εξοργίζουν: τα κορίτσια και οι γυναίκες στο Ντιγιάρμπακιρ και στη Μαλάτια, που αγνοούν τα δικαιώματά τους και εγκαταλείπονται στη μοίρα τους από τους πολιτικούς· η εχθρική στάση του μουσουλμανικού περίγυρου, που υποχρεώνει τις μικρές χριστιανικές κοινότητες να ζουν απομονωμένες, πίσω από ψηλούς μαντρότοιχους· η ευκολία με την οποία σχειδάζονται και εκτελούνται από τους συμπατριώτες μου τα «εγκλήματα τιμής»· η αδιαφορία για όλα όσα μαρτυρούν ένα παρελθόν που υπήρχε πριν ακόμη καταλάβουν την εξουσία οι Οθωμανοί· η απόλυτη σιωπή για τα χρόνια όπου οι Τούρκοι κυνηγούσαν, εκτόπιζαν και δολοφονούσαν Αρμένιους και Έλληνες».Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου
Διαβάστε το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου: Ταξίμι
Τι να ’ναι άραγε η πατρίδα; Ίσως η πατρίδα να υπήρχε τότε στην Κωνσταντινούπολη, όταν με την ανατολή του ήλιου, στις εφτά το πρωί, άνοιγαν τα παραθυρόφυλλα στον μικρό μας δρόμο, τη Χουριέτ Τζαντεσί, αφήνοντας έτσι να μπει στα σπίτια το δροσερό αεράκι του Βοσπόρου. Τότε που σφύριζαν οι χύτρες ζεσταίνοντας νερό για το τσάι, κι άνοιγαν τα ραδιόφωνα. Τότε που από το φορητό μας ραδιόφωνο, μεγάλο σαν βαλίτσα, ηχούσαν τα τραγούδια της Ντεντέ Εφέντι. Ξεκίναγαν με έναν αργόσυρτο, κλαψιάρικο τόνο, που λίγο πριν ξεκινήσει το βιολί και το τουμπελέκι, ανέβαινε στα ύψη, σαν πουλί που πετάει πάνω από την πόλη και τη θάλασσα. Τότε ήμουν εφτά οχτώ ετών και μου άρεσε να κάθομαι με το νυχτικό στα τρία σκαλάκια μπροστά απ’ την εξώπορτά μας, περιμένοντας να περάσει ο Ισμέτ Μπέης, καπετάνιος σ’ ένα φέρι του Βοσπόρου. Έβγαινε κάθε πρωί την ίδια ώρα από το σπίτι του και, περνώντας από μπροστά μου, έβγαζε την τραγιάσκα του και με χαιρετούσε: «Καλημέρα, ομορφιά μου!»
Ίσως πατρίδα να είναι ο θείος Ενιστέ. Ο θείος μου, που ήταν συνομήλικος σχεδόν με τη δημοκρατία μας, και για μένα η προσωποποίηση της χώρας μας σε ό,τι είχε να κάνει με την εγκαρδιότητα, την περηφάνια και τον παραλογισμό των κατοίκων της.
Ίσως πατρίδα να είναι η οικογένεια, οι συγκεντρώσεις στις γέννες, τους γάμους ή τις κηδείες. Ίσως να είναι και η βεβαιότητα πως κάπου ανήκεις, η αίσθηση πως υπάρχει κάποιος που σε περιμένει.
Ίσως πατρίδα να είναι η οικειότητα μ’ αυτούς που πέρασες τα παιδικά σου χρόνια.
Παρ’ όλα αυτά, κανείς στην οικογένειά μου δεν μπορεί να κατονομάσει έναν τόπο που θα ’θελε να μείνει ή να επιστρέψει. Δεν ήταν ούτε το σπιτάκι των γονιών μου στην κεντρική Ανατολία, ούτε η Κωνσταντινούπολη, ούτε η Άγκυρα, ούτε η Προύσα, που μένουν οι συγγενείς μου, ούτε το Αϊβαλί, που έκαναν διακοπές, ούτε η Κάτω Σαξονία, που μεγαλώσαμε αργότερα τ’ αδέλφια μου κι εγώ.
Η πατρίδα δεν είναι ο τόπος. Ο θείος Ενιστέ ήταν 13 ετών, όταν το 1943 έφυγε από την κεντρική Ανατολία και πήγε στην Κωνσταντινούπολη για να γραφτεί στο γυμνάσιο. Όπως αυτός, έτσι και οι γονείς μου, και μετά απ’ αυτούς κι όλοι σχεδόν οι συγγενείς μας, έφυγαν από την Ουζούν Γιαϊλά, την «Μακριά Ράχη» στην Καισάρεια (Καϊσερί). Κανείς τους δεν δυσκολεύτηκε να φύγει, κανείς τους δεν είχε ριζώσει εκεί, ούτε καν οι γονείς τους ή οι παππούδες τους, που είχαν έρθει κι εγκατασταθεί εκεί από διάφορες περιοχές της χώρας. Στην αρχή έμεναν στα εγκαταλειμμένα χωριά των Αρμενίων. Τα σπίτια που έχτισαν οι ίδιοι από άχυρα και λάσπη ήταν απλά και προσωρινά, αφού έτσι κι αλλιώς κάποτε θα έφευγαν και πάλι.
Η αλλαγή κατοικίας ήταν για την οικογένειά μου και τους περισσότερους κατοίκους της Ανατολίας κάτι το εντελώς αυτονόητο. Κάθε τόσο εγκατέλειπαν σπίτια, χωράφια, περιβόλια, ποτάμια και βουνά. Ολόκληρες κοινότητες μετακινούνταν απ’ τα χωριά στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο της πολύβουης μεγαλούπολης, στη Σμύρνη, στην Κωνσταντινούπολη ή στην Άγκυρα –και όχι πάντα με τη θέλησή τους: αναγκάζονταν συχνά από τον στρατό, την πείνα, την ένδεια. Πίσω τους έμεναν άδεια σπίτια, ολόκληρα χωριά που γκρεμίζονταν και ερήμωναν, λες και τα ’χε σαρώσει ο πόλεμος.
«Ο Τούρκος δεν κοιτάζει ποτέ πίσω» μου είχε πει κάποτε σε μια συζήτησή μας στο Βερολίνο η Ετζέ Τεμελκουράν, μια δημοσιογράφος από την Τουρκία. Δεν υπάρχει επιστροφή. «Ποιον ενδιαφέρει από πού ερχόμαστε και πού πηγαίνουμε» λέει ο λαός. «Η ζωή διαρκεί τρεις μέρες. Όλα είναι εφήμερα, βρισκόμαστε εδώ για να πεθάνουμε. Η ζωή δεν είναι παρά μια δοκιμασία που μας επιβάλει ο Αλλάχ».
Πριν από σαράντα χρόνια, δεκάχρονη τότε, ήρθα στη Γερμανία. Πίσω μου δεν άφησα κάποια πατρίδα, μόνο το γάτο μου τον Κοτζάμπαση. Δεν έκλαψα για την Κωνσταντινούπολη, μόνο για κείνον. Η αίσθηση πως είχα χάσει κάτι περισσότερο από το γάτο μου, ήρθε αργότερα. Η Κωνσταντινούπολη δεν είχε γίνει ποτέ πραγματική πατρίδα των γονιών μου. Ποτέ δεν είχαν αισθανθεί ντόπιοι σ’ αυτή την πόλη, ζούσαν εκεί σαν επισκέπτες από την Ανατολία, και είκοσι χρόνια αργότερα ξανάφυγαν. Στην Ανατολία μάς λέγανε Τσερκέζους, στην Κωνσταντινούπολη Ανατολίτες και στη Γερμανία Τούρκους. Όταν γυρίζαμε πίσω στην Τουρκία, μας λέγανε Αλμάντζι, Γερμανούς. Τ’ αδέλφια μου κι εγώ δεν ξέρουμε πού θα πρέπει να θάψουμε τη μητέρα μας όταν πεθάνει. Δε θα της άρεσε πουθενά, ούτε εδώ, ούτε εκεί. Όταν της διηγήθηκα πως πήγα στο Πινάρμπασι, μου είπε: «Τι δουλειά είχες εκεί;» Ούτε η Γερμανία έγινε ποτέ πατρίδα της, παρόλο που ζει πολλές δεκαετίες εδώ. Όπου και να πήγαινε, ήταν μια ξένη.
Ο πατέρας μου μετά από δέκα χρόνια επέστρεψε στην Ανατολία. Τα αδέλφια μου τον ακολούθησαν αργότερα, όμως για διαφορετικούς λόγους. Δεν επέστρεψαν επειδή νοστάλγησαν την πατρίδα, μια συγκεκριμένη πόλη ή κάποιους φίλους: απλώς, η αδελφή μου παντρεύτηκε στην Ανατολία, και τα αδέλφια μου πίστευαν πως εκεί θα είχαν καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές.
Κι όμως, όλα είχαν αρχίσει ευοίωνα: Τα πρώτα χρόνια στη Γερμανία ήταν συναρπαστικά, είχαμε πολλά καινούργια να δούμε, και σε μας τα παιδιά δεν μας έλειψε η Τουρκία ή η «πατρίδα». Ήμασταν μέρος αυτής της κοινωνίας, συμμετείχαμε σε όλα όσα μας πρόσφερε. Πηγαίναμε σινεμά, εγώ έπαιζα στο δημοτικό θέατρο στο Χριστουγεννιάτικο Παραμύθι, μέχρι που μια μέρα ο πατέρας μου δεν άντεξε αυτή την υπερβολική ελευθερία κι απαγόρεψε στις τρεις γυναίκες να έχουν την όποια επαφή με τους Γερμανούς. Εμένα δε μ’ άφηνε να διαβάζω με τις συμμαθήτριές μου, δε μ’ άφηνε να πηγαίνω στο κολυμβητήριο, μόνο στις οικογενειακές εκδηλώσεις μπορούσα να συμμετέχω. Η μητέρα μου συναντιόταν με συγγενείς, ο πατέρας μου έπαιζε χαρτιά με τους τούρκους φίλους του, και τα Χριστούγεννα ξανάγιναν Ραμαζάνι. Από τότε, ζούσαμε χώρια από τους γερμανούς γείτονές μας. Μόνο στην κυρία Τσίσκε, που έμενε δίπλα μας, πήγαινα αραιά και πού. Μου είχε μάθει να κάνω μηλόπιτα. «Από τη μία οι γονείς μας και απ’ την άλλη οι περισσότεροι Γερμανοί, δεν ήταν εύκολο για μας να ριζώσουμε στη Γερμανία. Έπρεπε και πρέπει να χειραφετηθούμε κι από τις δύο μεριές» περιγράφει η Σεϋράν Ατές πολύ εύστοχα την κατάσταση.[1]
Ο μικρόκοσμός μας έγινε μια μικρή Τουρκία. Εμάς, τα κορίτσια από την Τουρκία, μας επέβλεπε ο «Μεγάλος Αδελφός», η λαϊκή αστυνομία των αδελφών, ξάδελφων, θείων και πατεράδων μας. Παρακολουθούσαν όλες μας τις κινήσεις, το παραμικρό ξεστράτισμά μας από τα προδιαγραμμένα γινόταν αντιληπτό στον κύκλο των κουτσομπόληδων, και μεταφερόταν στο λαϊκό δικαστήριο των τούρκων συγγενών και γνωστών. Η ξαδέλφη μου, που πήγε κρυφά σε μια ντισκοτέκ, το πλήρωσε πολύ ακριβά: την είδε εκεί ένας γνωστός του πατέρα της, η συμπεριφορά της θεωρήθηκε ανήθικη, κι αμέσως την έστειλαν στην Τουρκία και την πάντρεψαν.
Σ’ εμάς, τα υπόλοιπα κορίτσια, απόμεινε να ζούμε στην παγωνιά του βορρά με την αίσθηση ενός αιώνιου χειμώνα και μιας ατέλειωτης σκοτεινιάς. Μοναδικό φωτεινό σημείο ήταν οι τέσσερις βδομάδες καλοκαιρινών διακοπών σε συγγενείς μας. Όταν έπεφτα στο κρεβάτι, ταξίδευα στον φανταστικό κόσμο των βιβλίων μου και των αναμνήσεών μου από την Κωνσταντινούπολη, που ο ήλιος ζέσταινε την πλάτη μου, και πάντα είχα κάτι όμορφο να περιμένω –ένα παγωτό στο καραβάκι του Βοσπόρου, μια παγωμένη λεμονάδα στο πευκοδάσος της Τζαμλίτζα. Ή ακόμα και τον Ισμέτ Μπέη, τον πρόσχαρο καπετάνιο.
Ίσως πατρίδα να είναι η σιλά, η νοσταλγία των χαμένων πραγμάτων.
Όταν επισκεπτόμουν την Τουρκία, αναζητούσα αυτή την προσέγγιση στα οικεία πράγματα. Ήταν «συναισθηματικά ταξίδια», στα οποία ελπίζαμε να βρούμε αυτά που δεν υπήρχαν πια. Η πρώτη μου απόπειρα απέτυχε. Πριν από δέκα χρόνια πήγα με τους δύο αδελφούς μου και την αδελφή μου στην Κωνσταντινούπολη, στη Χαλκηδόνα (Καντίκιοϊ), στη Χουριέτ Τζαντεσί, την οδό Ελευθερίας. Αναζητήσαμε το σπίτι των παιδικών μας χρόνων, ένα παλιό ξύλινο οθωμανικό σπίτι, στην αρχή του δρόμου που ανηφόριζε σ’ έναν λοφίσκο. Το σπίτι είχε κατεδαφιστεί και το οικόπεδο είχε γίνει πάρκινγκ. Μόνο το ξεθωριασμένο γαλάζιο στον τοίχο του γειτονικού σπιτιού μάς θύμιζε το παιδικό μας δωμάτιο. Αυτός που φεύγει, χάνει για πάντα τον τόπο που ήταν κάποτε πατρίδα. Προτού ασχοληθώ πραγματικά με τη χώρα της καταγωγής μου, έπρεπε να ξεκαθαρίσω το πού ανήκω. Είμαι λοιπόν μια Τουρκάλα με γερμανικό διαβατήριο ή μια «τουρκικής καταγωγής» Γερμανίδα; Γράφω το βιβλίο αυτό για τους συμπατριώτες μου ως Τουρκάλα ή ως Γερμανίδα; Έχω το δικαίωμα να μιλήσω για την Τουρκία εγώ, που έχω φύγει από τη χώρα;
Η απώλεια της παλιάς πατρίδας μπορεί ν’ αποδειχτεί και θετική. Μου πήρε κάμποσο για να το συνειδητοποιήσω, χρειάστηκε προηγουμένως να μάθω πολλά άλλα πράγματα. Όταν ήρθα στη Γερμανία, συνάντησα ανθρώπους που είχαν διαφορετική αντίληψη για τη ζωή, τις σχέσεις, την πολιτική και την ελευθερία, από τους τούρκους γονείς και συγγενείς μου. Μου πήρε καιρό να καταλάβω τι σήμαινε η απόσταση ή η επιφυλακτικότητα των γερμανών φίλων μου: ότι η εκτίμηση δεν είναι υπακοή, αλλά σεβασμός, ότι η επιφυλακτικότητα δεν είναι ψυχρότητα, αλλά ευγένεια. Έπρεπε να τα αντιμετωπίσω αυτά, αν δεν ήθελα να παραμείνω «ξένη». Έτσι γνώρισα όμως και τον εαυτό μου καλύτερα, και με τον καιρό ξεπέρασα το φόβο της μοναξιάς.
«Πώς μπορώ να είμαι ‘εγώ’, χωρίς να προδώσω τους γονείς μου και τη χώρα μου;» με ρώτησε κάποτε σε μια συνέντευξη ένας νεαρός Τούρκος. Οι μουσουλμανικές κοινωνίες θεωρούν πως είναι αδιάρρηκτες κοινότητες –γυναίκες και άντρες αποτελούν κομμάτι αυτού του κοινού πεπρωμένου. Το κρίσιμο ερώτημα, όχι μόνο για την ένταξη, αλλά και για την απόκτηση ταυτότητας, είναι κατά πόσον το άτομο θα καταφέρει να απελευθερωθεί από το «εμείς», να συγκροτήσει ένα «εγώ» με δική του φωνή, και ν’ αποφασίσει το ίδιο να αναλάβει τις ευθύνες του μέσα στην κοινότητα όπου ζει.
Ο δρόμος για την κατάκτηση μιας θέσης σε μια νέα κοινωνία, περνάει αναπόφευκτα μέσα από εμάς τους ίδιους. Όποιος νομίζει πως η γερμανική κοινωνία θα τον περιμένει μ’ ένα καινούργιο ρούχο, κι ότι για ν’ αποκτήσει μια νέα ταυτότητα δε θα χρειαστεί παρά να το φορέσει, θ’ απογοητευτεί οικτρά. Πρέπει πρώτα να αποστασιοποιηθεί από τον εαυτό του, από τη χώρα καταγωγής του και από τη νέα του πατρίδα. Μόνο έτσι θα μπορέσει να προσδιορίσει τη ζωή του και ν’ αποκτήσει νέες ρίζες. Αντίθετα, όποιος μένει αποκλεισμένος από τους ξένους, χάνει μια σοβαρή ευκαιρία να προχωρήσει μπροστά –αυτό ισχύει βέβαια και για τις δύο πλευρές, γι’ αυτούς που έρχονται, αλλά και γι’ αυτούς που είναι εδώ. Πρέπει δηλαδή και η κοινωνία-ξενιστής να είναι ανοιχτή στις αλλαγές.
Οι μετανάστες που είναι έτοιμοι να περάσουν μέσα από μια τέτοια διαδικασία, είναι διπλά κερδισμένοι: Γνωρίζουμε τον πολιτισμό από τον οποίο προερχόμαστε και μαθαίνουμε έναν νέο πολιτισμό. Από τη διαφορά μεταξύ τους προκύπτει πάντα κάτι καινούργιο. Η ματιά μας γίνεται πιο διεισδυτική, παρατηρούμε τα διάφορα κοινωνικά περιστατικά πιο κριτικά από κείνους που μεγάλωσαν θεωρώντας τα αυτονόητα. Αυτό μου επέτρεψε να δω κάτι που η γερμανική κοινωνία δεν το έβλεπε ή δεν ήθελε να το δει: την αθλιότητα των «εισαγόμενων νυφών», που την περιέγραψα στο βιβλίο μου Η ξένη νύφη• ή τους «χαμένους γιους», δηλαδή τους βίαιους νεαρούς μουσουλμάνους, που όντας διχασμένοι ανάμεσα στις επιταγές του γενέθλιου πολιτισμού τους και τις απαιτήσεις μιας σύγχρονης κοινωνίας, δυσκολεύονται πολύ να τα βγάλουν πέρα.
Με την οξυμένη λοιπόν στην ξενιτιά ματιά, θέλω σ’ αυτό το βιβλίο μου ν’ ασχοληθώ με τη γλυκόπικρη πατρίδα μου, απ’ όπου προέρχονται οι ξένες νύφες, οι χαμένοι γιοι κι εγώ η ίδια. Ο αντιφατική λέξη «γλυκόπικρη» νομίζω πως χαρακτηρίζει επακριβώς τη σχέση μου με τη χώρα της καταγωγής μου. Στην Τουρκία υπάρχουν πολλά πράγματα που εξακολουθούν να μου είναι πάρα πολύ οικεία –τα ποιήματα του Ορχάν Βελί, τα μυθιστορήματα της Χαλιντέ Εντίπ και του Ορχάν Παμούκ, η κοινωνικότητα, ο γλυκός πειρασμός των φαγητών, τα νοσταλγικά τραγούδια της Κωνσταντινούπολης και το λαμπύρισμα του Βοσπόρου. Ταυτόχρονα όμως υπάρχουν και τόσα πολλά που με πικραίνουν και με θυμώνουν: τα κορίτσια και οι γυναίκες στο Ντιγιάρμπακιρ και στη Μελιτηνή (Μαλάτια) ή στο Γκαζιαντέπ, που δεν γνωρίζουν τα δικαιώματά τους και εγκαταλείπονται στη μοίρα τους από τους πολιτικούς• η εχθρική στάση του μουσουλμανικού περιβάλλοντος, που υποχρεώνει τις μικρές χριστιανικές κοινότητες να ζουν απομονωμένες, πίσω από ψηλούς μαντρότοιχους• η προθυμία των συμπατριωτών μου να διαπράξουν «εγκλήματα τιμής», που τα πολεμάει η γυναικεία οργάνωση Κα-μερ• η αδιαφορία των ανθρώπων για όλα όσα μαρτυρούν την ύπαρξη ενός παρελθόντος, που υπήρχε πριν καταλάβουν την εξουσία οι Οθωμανοί• η απόλυτη σιωπή για ένα παρελθόν στο οποίο οι Τούρκοι κυνηγούσαν, εκτόπιζαν και δολοφονούσαν Αρμένιους και Έλληνες.
Πρόσφατα το τουρκικό Βιομηχανικό και Εμπορικό Επιμελητήριο διαφήμισε την Τουρκία στις γερμανικές εφημερίδες με το σλόγκαν «Καιρός είναι πια να αναθεωρήσουμε τα κλισέ για την Τουρκία και ν’ αποκτήσουμε μια ρεαλιστική εικόνα της χώρας». Ακολούθησα τη συμβουλή και επισκέφθηκα την Ανατολία. Ταξίδεψα, άλλοτε μόνη μου, κι άλλοτε με τον σύντροφό μου, τον Πέτερ Μάθιους, γιατί σε κάποιες περιοχές της Τουρκίας είναι αδύνατον να ταξιδέψει μια γυναίκα μόνη. Τουρκία, γεωγραφικά και πνευματικά, δεν είναι το ευρωπαϊκό 3% της χώρας, που ζει μοντέρνα και κοσμοπολίτικα στην Κωνσταντινούπολη, που διασκεδάζει στις καφετέριες στο Τζιχανγκίρ ή στο Νισάντασι, και δε θέλει να παραδεχτεί πως εδώ και καιρό η πόλη γύρω από τον Βόσπορο κατοικείται στην πλειοψηφία της από αυτούς τους «επαρχιώτες», που τους χλευάζει τσοπάνηδες και χωριάτες. Αυτή η άγνοια έχει μεγάλο κόστος: «Τώρα ήρθε η σειρά μας» μου είπε ο αδελφός μιας βουλευτίνας που ανήκει στο κόμμα του Ταγίπ Ερντογάν. Αναφερόταν στα εκατομμύρια ανθρώπων της Ανατολίας, που παραμένουν αγκιστρωμένοι στις παραδόσεις τους, που πάντα περιφρονούνταν από την κυρίαρχη ελίτ των Οθωμανών αλλά και των Κεμαλιστών ως οπισθοδρομικοί και καθυστερημένοι, και παρέμεναν δέσμιοι του πανάρχαιου σογιού τους. Για τους πολέμαρχους Οθωμανούς η Ανατολία, που καταλαμβάνει το 97% της χώρας, ήταν μόνο ένα πέρασμα, αφού στόχος τους ήταν η πλούσια Δύση. Για τον Ατατούρκ και τους ιδρυτές της Τουρκικής Δημοκρατίας η Ανατολία ήταν μια δεξαμενή στρατολόγησης, προκειμένου να επιβληθεί ο «Τουρκισμός». Ήταν μια χώρα από την οποία εκδιώχθηκαν όλοι σχεδόν οι μη μουσουλμάνοι κάτοικοί της, ώστε τα υπάρχοντα των χριστιανών να δοθούν στους πιο «αξιόπιστους» μουσουλμάνους και να εξασφαλίσουν έτσι το εθνικό τους φρόνημα.
Η Τουρκία έχει μια εικόνα του εαυτού της, που βασίζεται σε μια σοφιστεία. Ονομάζεται «Τουρκισμός» –μια απειλή, που χρησίμευσε πολλές φορές για να φυλακιστούν οι αντιφρονούντες με την κατηγορία της συκοφαντικής δυσφήμισης. Όποιος μελετήσει την ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενός πολυεθνοτικού κράτους, με πολλές και διαφορετικές θρησκευτικές κοινότητες, θα αντιληφθεί ότι ο «Τουρκισμός» δεν είναι παρά μια επινόηση των πατέρων της Τουρκικής Δημοκρατίας, προκειμένου να επιβάλλουν την κυριαρχία τους σε όλους τους μη-Τούρκους που ζούσαν στην Ανατολία. Εξηγεί έτσι γιατί οι Τούρκοι υπερασπίζονται τον Τουρκισμό τους σαν τα Άγια των Αγίων; Πού στηρίζεται, σε τι συνίσταται; Με ποιον τρόπο έγινε η Ανατολία τουρκική, και τι απέγιναν οι άλλοι λαοί που συγκροτούσαν το πολυεθνοτικό κράτος; Ποιον πολιτισμό, ποιες κοινωνικές δομές και ποιες αξίες κληροδότησαν οι Οθωμανοί στους Τούρκους μετά από τόσους αιώνες κυριαρχίας; Τι πρόσφεραν στους μουσουλμάνους υπηκόους τους σε θέματα εκπαιδευτικής, κοινωνικής και οικιστικής πολιτικής;
Στην ιστορία της Τουρκικής Δημοκρατίας συναντάμε ένα όνομα που επισκιάζει τα πάντα σαν υπερφυσική δύναμη: Ατατούρκ. Πώς διαχειρίζεται η τουρκική κοινωνία το παρελθόν της;
Πώς είναι η ζωή των γυναικών στην Κωνσταντινούπολη, την Άγκυρα και την ανατολική Ανατολία; Ποιο είναι το υπόβαθρο των αποτρόπαιων «εγκλημάτων τιμής», που απειλούν ανά πάσα στιγμή τις γυναίκες στις περιοχές όπου επικρατούν τα πανάρχαια ήθη της φυλής; Έχει αλλάξει κάτι από τότε που έγιναν αυστηρότεροι οι νόμοι;
Τι σημαίνουν οι έντονες συγκρούσεις για τη μαντίλα, που οι Ευρωπαίοι τη θεωρούν απλώς ένα κομμάτι ύφασμα; Αυτά δεν είναι τα ζητήματα που πρέπει να εξετάσουμε όταν συζητάμε για μια ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση;
Τα τελευταία δύο χρόνια ταξίδεψα σε πολλά μέρη της Ανατολίας, μίλησα με πολλούς ανθρώπους και γνώρισα μια πραγματικότητα που δεν έχει τίποτα κοινό με την φολκλορική «πολύχρωμη πολυμορφία», που εκθειάζει η τουρκική κυβέρνηση. Μάλλον απέχει πολύ από τα κριτήρια των αστικών δημοκρατιών στην Ευρώπη.
Οι γερμανοί συμπατριώτες μου γνωρίζουν πολύ λίγα για την κατάσταση στην Ανατολία, αν και στη διαμόρφωση της ιστορίας της, τα τελευταία 150 χρόνια, συμμετείχαν πάντα και οι Γερμανοί. Υπάρχει καμιά ιστορική μελέτη για τη συμμετοχή γερμανών αξιωματικών στη γενοκτονία του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, ή έστω μια μελέτη για τη συνεργασία των Γερμανών με την τουρκική κυβέρνηση στα χρόνια του Γ΄ Ράιχ; Εδώ στη Γερμανία πολλοί αρέσκονται να φορούν τα γυαλιά της πολυπολιτισμικότητας, ενθουσιάζεται με τη «ζωντάνια» της Κωνσταντινούπολης, και πιστεύουν ότι η ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα διορθώσει τα όσα αρνητικά φτάνουν σποραδικά στ’ αυτιά μας για την παντελή απουσία του κράτους δικαίου. Στην υπηρεσία αυτής της υψηλής πολιτικής των εμπορικών συμφερόντων, πολλοί γερμανικοί θεσμοί είναι έτοιμοι για παραχωρήσεις. Το τουρκικό κράτος δεν διστάζει να λογοκρίνει ακόμα και στο εξωτερικό τις πληροφορίες για όσα ιστορικο-πολιτικά γεγονότα τού είναι δυσάρεστα. Στο κεφάλαιο «Χωρίς πατρίδα» του βιβλίου αυτού, παρουσιάζεται ο τρόπος με τον οποίο το τουρκικό κράτος λογόκρινε πληροφορίες, με τη συνεργασία του Ινστιτούτου Γκαίτε, ενός επίσημου πολιτικο-πολιτιστικού θεσμού του υπουργείου εξωτερικών της Γερμανίας. Χρειάστηκε ίσως να λείψω σαράντα χρόνια από την Τουρκία για να αντλήσω δυνάμεις από όσα έχω χάσει. Χρειάστηκε ίσως –όπως γράφει και η Μόνικα Μαρόν στο βιβλίο Τα γράμματα του Πάβελ– να πάψω να αποστασιοποιούμαι από τους γονείς μου κι απ’ όλα όσα αντιπροσώπευαν, και να είμαι πια πρόθυμη απλώς να κατανοήσω τη ζωή της μητέρας μου και του πατέρα μου. Χρειάστηκε ίσως να παραμείνω χρόνια μακριά από τη χώρα απ’ όπου κατάγομαι, για να μπορέσω να αναλάβω την ευθύνη ακόμα και γι’ αυτό το κομμάτι της ζωής μου και του παρελθόντος μου. Τώρα τα κατάφερα. Θα προσπαθήσω να συνδέσω και τους δύο κόσμους, να διασώσω το παρελθόν μεταφέροντάς το στο μέλλον.
Αρχές του 2008 ξεκίνησα λοιπόν με βαριά καρδιά για το Κιλίτσμεχμετ, το χωριό όπου γεννήθηκε η μητέρα μου. Βρίσκεται πάνω σ’ έναν λόφο κοντά στο Πινάρμπασι και, όπως συμβαίνει με πολλά χωριά της Ανατολίας, οι κάτοικοι έχουν φύγει σχεδόν όλοι. Μόνο μερικοί ηλικιωμένοι και κάποιοι που επιστρέφουν στο χωριό για τις διακοπές τους φροντίζουν τα ταπεινά σπιτάκια τους. Το σπίτι της οικογένειας, στο οποίο μεγάλωσαν η μητέρα μου και τα αδέλφια της, το είχαν χτίσει οι γονείς της με τα ίδια τους τα χέρια. Βρίσκεται ακόμα εκεί, μικρό και εγκαταλειμμένο, με τα φυτά του κήπου ξεραμένα και το πηγάδι στερεμένο. Καθώς στεκόμουν μπροστά στο σπίτι, μέσα στο καταχείμωνο, ένιωθα σαν να ’θελε να μου πει: κοίταξέ με, εγώ δεν έφυγα όπως όλοι σας, έμεινα εδώ και σας περίμενα.
Πήρα τότε μια τρελή απόφαση: Θα το ξανακάνω κατοικήσιμο. Ένιωθα υπεύθυνη γι’ αυτό το κομμάτι γης. Παρ’ όλο που οι συγγενείς μου θεώρησαν ανόητο το σχέδιό μου, να δημιουργήσω λίγη «πατρίδα» σ’ αυτόν τον εγκαταλειμμένο τόπο, τους κατέκλυσαν κι αυτούς οι αναμνήσεις. Οι αδελφές της μητέρας μου θυμήθηκαν πώς κάθονταν στο παγκάκι κι έραβαν, και χάζευαν τα σκυλιά που έπαιζαν μπροστά τους. Με τις αναμνήσεις τούς ήρθε η επιθυμία να καθίσουν και πάλι στο παγκάκι. Θα τις πάω εκεί. Μαζί μας είναι και οι νεαρότερες γυναίκες της οικογένειας. Θα επιστρέψουμε στην οικογένειά μου ένα κομμάτι της ιστορίας της, και θα δώσουμε σε μας έναν τόπο. Συχνά, τα πράγματα αποκτούν σημασία όταν ανήκουν πια στο παρελθόν. Πατρίδα, μεταξύ άλλων, είναι κι εκεί όπου βρίσκονται οι αναμνήσεις μας. Κι αυτός ο τόπος βρίσκεται παντού, ακόμα και στην κεντρική Ανατολία.
Στο μεταξύ είμαι Γερμανίδα –όχι μόνο επειδή το λέει το διαβατήριό μου. Έχω ταυτιστεί με το δημοκρατικό σύνταγμα της γερμανικής κοινωνίας και με τις ελευθερίες που μας διασφαλίζει. Ωστόσο, δεν έχω ξεχάσει από πού κατάγομαι. Πολλοί διανοούμενοι, συγγραφείς, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες και άλλοι που αγωνίστηκαν τα τελευταία χρόνια για περισσότερο κράτος δικαίου στην Τουρκία, για την ελευθερία του λόγου και την ισότητα των γυναικών, στιγματίστηκαν, διώχθηκαν, πολεμήθηκαν, κατηγορήθηκαν, και σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα δολοφονήθηκαν. Θαυμάζω απεριόριστα τους ανθρώπους αυτούς, επειδή για μένα τα πράγματα είναι εύκολα. Αν επικρίνω τη χώρα καταγωγής μου ή τη Γερμανία, θα με προστατέψει το κράτος στο οποίο ζω σήμερα. Εκείνοι όμως διακινδυνεύουν τα πάντα όταν αναλαμβάνουν την ευθύνη να μιλήσουν για τη χώρα τους, για την πατρίδα τους. Σε όλους αυτούς αφιερώνω το βιβλίο αυτό. Και ειδικότερα:
Στον Χραντ Ντινκ, τον αρμενικής καταγωγής δημοσιογράφο, που αγωνίστηκε ακούραστα για τη συμφιλίωση Τούρκων και Αρμενίων, και δολοφονήθηκε από έναν νεαρό –προφανώς κατ’ εντολήν εθνικιστών συνωμοτών. Στην Ετζέ Τεμελκουράν, τη θαρραλέα δημοσιογράφο που βάζει το δάκτυλό της επί τον τύπον των ήλων της τουρκικής κοινωνίας: «Πρέπει άραγε να μείνουμε για πάντα δέσμιοι της διχαστικής λογικής που μας εγκλωβίζει στο ‘εμείς’, ή μας στιγματίζει ως προδότες και μας εξοστρακίζει;» Στην Μπουλέντ Ερσόι, την τραβεστί τραγουδίστρια, που με το «Πόπσταρ αλά-Τούρκα» ενθουσίασε εκατομμύρια θεατές και χρησιμοποίησε το σόου της για να διαμαρτυρηθεί κατά της εισβολής του τουρκικού στρατού στο Βόρειο Ιράκ: «Γι’ αυτό τον πόλεμο των άλλων, δεν θα έστελνα το παιδί μου στον τάφο». Για τη δήλωση αυτή διώχθηκε για «υπονόμευση της στρατιωτικής θητείας». Στη Σεζέν Ακσού, την πιο δημοφιλή ποπ τραγουδίστρια της Τουρκίας, που βρίσκεται πάντα στο πλευρό των γυναικών και υποστήριξε αμέσως την Μπουλέντ Ερσόι. Στον Φαζίλ Σάι, τον πιανίστα και συνθέτη που, προβάλλοντας τον Μπετόβεν και τον Προκόφιεφ, αγωνίζεται ακούραστα κατά του πολιτισμικού φονταμενταλισμού –αλλά και στην εφτάχρονη κόρη του που κάνει μπαλέτο: «Κάποια μέλη του ΑΚΡ είχαν πει πριν από έξι χρόνια, ότι το μπαλέτο είναι μια τέχνη ανήθικη … Αν η κόρη μου είναι η μοναδική στο σχολείο χωρίς μαντίλα, θα την καταπιέσουν είκοσι άλλα κορίτσια». Στον Ζουλφού Λιβανελί, τον συνθέτη, σκηνοθέτη και συγγραφέα, που σχεδόν μόνος του και με τη βοήθεια του φίλου του, Μίκη Θεοδωράκη, δρομολόγησε τη συμφιλίωση Τούρκων και Ελλήνων. Παρόλο που τον διώκουν, εκείνος δεν κουράζεται να θυμίζει στους Τούρκους την ευθύνη τους για τα εγκλήματα του παρελθόντος, παροτρύνοντάς τους να αναλάβουν τις ευθύνες τους για το σήμερα. Στην Τουρκάν Σαϊλάν, την πρώτη που ενδιαφέρθηκε για τους ανθρώπους στα τουρκικά ψυχιατρεία, και οργανώνει συνεχώς την αντίσταση των γυναικών κατά του εξισλαμισμού. Στην Ντουιγκού Ασενά, την αγωνίστρια των δικαιωμάτων της γυναίκας, που πέθανε το 2006. Στη συγγραφέα που με τα βιβλία της έδωσε σε πολλές γυναίκες το κουράγιο ν’ αντισταθούν στην ανδρική κυριαρχία. Βερολίνο, Ιούλιος 2008
ΚΡΙΤΙΚΗ
Της ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Η Τουρκία δεν έχει ακόμα χειραφετηθεί ούτε από τον υπερπατέρα Ατατούρκ, ούτε από τον προφήτη Μωάμεθ. Δεν στηρίζεται στους υπεύθυνους πολίτες, αλλά στο «έθνος». Ανέχεται ένα «κράτος εν κράτει», το στρατό, που παρακολουθεί ζηλόφθονα κάθε αλλαγή, σαν τον μεγάλο αδελφό που ελέγχει την τιμή της αδελφής του...
Εγκλωβισμένη ανάμεσα στην αυταρχική κυριαρχία της παλιάς κεμαλικής ελίτ, που είναι κοσμική αλλά όχι δημοκρατική, και στην πολιτικά συντηρητική ελίτ που είναι μεν ευρωπαϊκά "σύγχρονη", αλλά δεν επιθυμεί να γίνει κοσμική, παραμένει στο ασαφές ναι μεν, αλλά. Προωθεί το ισλάμ ως κυρίαρχο πολιτισμό και παριστάνει τη δημοκρατία»...
Οδοιπορικό επιστροφής
Οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν προέρχονται από κάποιον συμπατριώτη μας, εκνευρισμένο από την πρόσφατη «θριαμβευτική» εμφάνιση του Ερντογάν στην παραπαίουσα οικονομικά Αθήνα. Ανήκουν στην κοινωνιολόγο Νετζλά Κελέκ, με τις καυκασιανές ρίζες, που γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1958 και βρέθηκε στη Γερμανία στα δέκα της, ακολουθώντας τους μετανάστες γονείς της. Επίτιμη καθηγήτρια σήμερα του Πανεπιστημίου Ντούισμπουργκ-Εσεν, η ενοχλητική για πολλούς Κελέκ μάχεται τόσο με τα βιβλία της όσο και με την αρθρογραφία της για τα δικαιώματα της γυναίκας, γενικά στο ισλάμ και ειδικότερα στη δική της «Γλυκόπικρη πατρίδα».
Αυτός είναι κι ο τίτλος του πρώτου της βιβλίου που κυκλοφορεί στα ελληνικά, υποσχόμενο ένα «αμείλικτο προσκύνημα» στην Τουρκία (μετ. Λένα Σακαλή, εκδ. «Γράμματα»): ένα οδοιπορικό με την οξυμένη ματιά μιας ξενιτεμένης, μοιρασμένης ανάμεσα σε δυο ταυτότητες, που αγωνιά να μην προδώσει καμία. Εργο υβριδικό, καθώς συνδυάζει το ρεπορτάζ με ιστορικά αλλά και αυτοβιογραφικά στοιχεία, το «Γλυκόπικρη πατρίδα» (2008) δίνει το στίγμα του κι από τους ανθρώπους στους οποίους είναι αφιερωμένο: τον αρμενικής καταγωγής δολοφονημένο δημοσιογράφο Χραντ Ντινκ και την τραβεστί τραγουδίστρια Μπουλέντ Ερσόι, που χρησιμοποίησε το τηλεοπτικό της σόου για να καταγγείλει την εισβολή του τούρκικου στρατού στο Βόρειο Ιράκ, έως τον Ζουλφού Λιβανελί, που δρομολόγησε με τον Μίκη Θεοδωράκη την ελληνοτουρκική συμφιλίωση και την Ντουιγκού Ασενά, επίσης γνωστή εδώ φεμινίστρια συγγραφέα.
Με σημείο εκκίνησης το χωριό των προγόνων της στα βάθη της Ανατολίας, εκεί όπου εκατομμύρια άνθρωποι παραμένουν αγκιστρωμένοι στις παραδόσεις τους κι όπου τα εγκλήματα τιμής δίνουν και παίρνουν, η Κελέκ ταξιδεύει από την Αγκυρα έως την Κωνσταντινούπολη, με ενδιάμεσους σταθμούς το Ιζνίκ, την πάλαι ποτέ Νίκαια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ή το κατοικημένο αποκλειστικά από Κούρδους Μπατμάν, με το θλιβερό ρεκόρ σε γυναικείες αυτοκτονίες. Μπαίνει σε σπιτικά αλλά και σε πολιτικά γραφεία, επισκέπτεται αγροκτήματα, βιοτεχνίες, άσυλα, αλλά και το στρατηγείο της Ντιγιανέτ, της Προεδρίας Θρησκευτικών Ζητημάτων. Μεταφέρει ιστορίες για κορίτσια που τα προξενεύουν απ την κούνια τους και για κορίτσια που φυγαδεύτηκαν άρον άρον στο εξωτερικό αλλά αναγκάστηκαν να επιστρέψουν. Και, φυσικά, θίγει ζητήματα όπως οι διώξεις των Ελλήνων το 55, το Κουρδικό ή η γενοκτονία των Αρμενίων, ανεπεξέργαστα τραύματα για τα οποία δεν εκφράστηκε συγνώμη.
«Στη χώρα που κυβερνάται από το ΑΚΡ, δεν υπάρχει κανένας διαχωρισμός κράτους και θρησκείας» γράφει η Κελέκ. «Ο ουσιαστικός εκδημοκρατισμός και η εκκοσμίκευση της κοινωνίας δείχνουν να είναι πολύ μακριά ακόμη», επιμένει. Εξ ου και η πεποίθησή της ότι η ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. «είναι απίθανη προς το παρόν». Οχι επειδή πρόκειται για μουσουλμανική χώρα, αλλά επειδή εξακολουθεί να χρειάζεται «ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, στο οποίο την πρώτη θέση θα έχουν τα θεμελιώδη δικαιώματα και η αξιοπρέπεια του ατόμου».
|